So let me sleep

Τα κείμενα που γράφω σε αυτό το blog πλάθονται αμεθόδευτα και τελείως πρόχειρα συνήθως όταν ταξιδεύω. Τα ταξίδια που κάνω είναι συγκεκριμένα δυστυχώς και κυρίως με τα άθλια λεωφορεία των ΚΤΕΛ. Έχω ένα κακό, παύλα καλό, σχετικά με αυτά. Το 95% των φορών που θα στρογγυλοκάτσω σε μια απ’ αυτές τις άβολες θέσεις αυτών των φρικιαστικών μέσων μεταφοράς, θα κοιμηθώ αυτομάτως σαν αρκούδα που πέφτει σε χειμερία νάρκη. Πάντα ξυπνάω με σάλια και τα σχετικά φορώντας τη δύσμοιρη φάτσα αυτών που δεν είναι ευχαριστημένοι με τη ζωή τους. Τελείως συμπτωματικά όταν περνώ μέσα απ’ το κέντρο της Αθήνας, αρχίζω και σκέφτομαι πράγματα σαν την ασημαντότητά μου και πως όλοι είμαστε ένα τίποτα κι έτσι παρηγοριέμαι εν μέρει απ’ το γεγονός ότι στην τελική και οι άλλοι δεν διαφέρουν πολύ από μένα. Αυτή τη βόλτα στεναχωρήθηκα λίγο που δεν θα έκανα στάση στην πρωτεύουσα της ασχήμιας. Τα τελευταία χρόνια κατάφερνα ν’ αγνοήσω το κακάσχημο πρόσωπο της μεγαλούπολης μιας και η χαρά μου ήταν τ’ ότι θα συναντούσα την πρώην κοπέλα μου. Με την οποία οι δεσμοί επικοινωνίας ολοένα και μειώνονται. Τα Χριστούγεννα πάντως τη συνάντησα ξανά και διαπίστωσα πως είχε ένα γαμημένο χαμόγελο πάνω της που της πήγαινε τόσο πολύ. Ποτέ της δεν έδειχνε τόσο χαρούμενη πριν. Πόσο κακός άνθρωπος παίζει να είμαι; Της πρότεινα μάλιστα να πηγαίναμε για κανά καφέ κάποια στιγμή. Ήθελα πολύ να τη δω, αλήθεια. Ψόφαγα για λίγες ώρες μαζί της. Η πιθανότητα όμως να ειπωθούν πράγματα που θα μας έφερναν σε αμηχανία σε μια ούτως ή άλλως αμήχανη κατάσταση μ’ έκανε να το πάρω πίσω. Της είπα, γάμα το, προτιμώ όποτε σε βλέπω να έχεις αυτή την ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ χαμογελάρα παρά οτιδήποτε άλλο. Πάει κι αυτό.

Καλά ήταν στις γιορτές. Εννοώ, δεν έκανα κάτι σημαντικό. Έπαιζε μπέκρα με τσίπουρα, συζητήσεις του κώλου για να περνάει η ώρα, στιγμές σιωπής γιατί δεν είχες κάτι ουσιαστικό να πεις κ.ο.κ. Παρ’ όλ’ αυτά, πήγα στο κτήμα και μάζεψα ελιές. Παραλίγο να μπω ξανά στο τριπάκι των σκέψεων αλλά γρήγορα επικεντρώθηκα στη δέμπλα και τις κλάρες. Όλες τις μέρες. Έπαιξα τάβλι με τον Βασίλη. Γαμώ ήταν. Έχασα, νομίζω, στο σύνολο των παιχνιδιών αλλά δεν με πειράζει να χάνω απ’ αυτόν. Γελάσαμε γενικά. Μιλήσαμε για γυναικεία δάχτυλα ποδιών, για τα πιο παράξενα που έχουμε δει απ’ αυτά, για τρίχες σε καίρια σημεία του γυναικείου σώματος και άλλα. Είχε όντως γέλιο. Δούλεψα στο φούρνο τέσσερις φορές. Τις δύο απ’ αυτές βαρέθηκα να μοιράζω πενηντάλεπτα σε παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα. Να πω την αλήθεια, δεν τ’ άφηνα να τραγουδούν πολύ ώρα γιατί πρηζόταν το κεφάλι μου. Πληρωνόντουσαν με το «αρχιμηνιά…», λέγαμε βιαστικά τα χρόνια πολλά και μετά αντίο. Και μετά το ίδιο σκηνικό με άλλα πιτσιρίκια. Και άλλα. Και άλλα. Δυο μέρες δούλεψα και σε μια εγχώρια εταιρία φωτοβολταϊκών συστημάτων. Σήκωσα πάνω κάτω 13 τόνους σίδερο, κουβαλώντας πασσάλους μέσα σε διάφορα κτήματα. Δύσκολη δουλειά γιατί έχει όντως σωματική κούραση. Ακόμα και τώρα έχω μια τεράστια μελανιά στην περιοχή της λεκάνης και ο πόνος στους ώμους δεν έχει περάσει πλήρως.

Μες στον ελεύθερο χρόνο μου, άκουγα συνέχεια το Mission From God των Column of Heaven και το εκπληκτικό No Youth των Wreck and Reference. Επίσης, ξανάκουγα πολύ το Shields των Grizzly Bear και ιδιαίτερα το Sleeping Ute που κρύβει λίγο απ’ τη “χάρη” του Jeff Buckley. Είδα ξανά live τα Κρυφά Πρόσωπα, κάτι πιτσιρικάδες του τόπου μου, πίνωντας σπιτικό τσίπουρο 57 βαθμών. Καλό live-άκι, άθλιος ηχολήπτης που τον έχει φάει η ελληνική νοοτροπία. Τις κιθάρες μπορούσαν να τις ακούσουν μόνο οι νυχτερίδες.

Με τη Βάσω συμφώνησα άτυπα να κάνουμε από κοινού μια internet-ική εκπομπή με τραγούδια που θα επιλέξει αυτή κατά βάση. Πάντοτε ήταν έμπνευση για μένα και η χαρά της ζωής. Μου μίλησε για το πως προσπαθεί να χωρέσει στο πρόγραμμά της διάφορες δραστηριότητες, τ’ ότι είναι δύσκολο που προσπαθεί να συντηρείται πλέον τελείως μόνη της και άλλα τέτοια. Αστείρευτη! Με τη Φώτο μιλήσαμε για τη δουλειά της, πήγαμε στο γυφτό-trance party του τόπου μας και μετά από καιρό τραβήξαμε ξανά στη θάλασσα, μεταμεσονύκτιες ώρες, και κάναμε ένα τσιγάρο εκεί. Εγώ έκανα βασικά γιατί ήταν το τελευταίο που μας απόμεινε από κείνο το βράδυ. Με τον Ιωάννη καταφέραμε να τα πούμε λίγο στο πάρτυ γεννεθλίων του όπου η μητέρα του, η Μαργαρίτα, είχε μαγειρέψει τέσσερις διαφορετικές μακαρονάδες, φιλέτα, σουτζουκάκια, σαλάτες κι αυτά. Σκάσαμε στη μάσα.

Το πρωί της πρωτοχρονιάς με ξύπνησε η Φωτεινή που καλούσε στο κινητό. Έμενε κάτω απ’ τον όροφό της. Στον πρώτο δηλαδή. Δεν είχαν συγγένεια αλλά διατηρούσαν οικογενειακές σχέσεις. Είχε ξυπνήσει κι αυτή απ’ τις φωνές της μάνας της. Ο Ηλίας είχε πεθάνει κατά τις 9 παρά το πρωί. Το αμάξι του έπεσε σε μια μάντρα καμιά εκατοστή μέτρα μακριά απ’ το σπίτι μου. Ήταν 25 χρονών.

Καλή χρονιά να έχουμε!

Advertisements
This entry was posted in Piteous. Bookmark the permalink.

Stimulus Head

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s